Θαυματοποία

θαυματοποία_resize

Γένος λεπιδόπτερων εντόμων της οικογένειας των Θαυματοποιιδών, των οποίων οι κάμπιες έχουν τη συνήθεια να μετακινούνται σε μακρές γραμμές όταν αναζητούν την τροφή τους. Η οικογένεια αυτή είναι διαδο­μένη σ’ ολόκληρο τον κόσμο, ειδικότερα στις τροπικές ζώνες. Από τα λίγα είδη που συναν­τιούνται στην Ευρώπη ιδιαίτερα γνωστές είναι η θαυματοποία της δρυός και η θαυματοποία του πεύκου, οι πεταλού­δες της οποίας έχουν μέτριες διαστάσεις και χνούδι όχι και τόσο εντυπωσιακό. Το πρώτο εί­δος, κοινό στην κεντρική και ανατολική Ευρώ­πη, έχει κιτρινωπά φτερά με ταινίες γκρίζες και άνοιγμα πτερύγων περίπου 3 εκ. στα αρσενικά και 4 εκ. στα θηλυκά. Στο τέλος του καλοκαι­ριού, το θηλυκό αποθέτει στους κορμούς και στα κλαδιά της βελανιδιάς από 200 ως 800 αβγά, τα οποία σκεπάζει με τρίχες του υπογα­στρίου του. Οι κάμπιες γεννιούνται την άνοιξη και εκδηλώνουν αμέσως αγελαία ένστικτα, τό­σο, που γνέθουν όλες μαζί, στις διχάλες των με­γάλων κλαδιών, ένα μετάξινο σακούλι. Η φω­λιά αυτή – που ανανεώνεται και γίνεται μεγα­λύτερη, σε κάθε μεταμόρφωση του εντόμου – μπορεί τελικά να φτάσει σε μήκος 70-80 εκ. και σε διάμετρο 20-25 εκ. Οι κάμπιες, γκρίζες με κοκκινωπές κηλίδες, έχουν τρίχες που προκα­λούν φαγούρα στο δέρμα και στο βλεννογόνο του ανθρώπου και των κατοικίδιων ζώων. Οι προ νύμφες αυτές που έχουν μήκος περίπου 4 εκ., βγαίνουν από τη φωλιά κυρίως το βράδυ και σε μεγάλους σχηματισμούς πηγαίνουν και ροκανίζουν τα φύλλα του δέντρου στο οποίο ζουν ή άλλου φυτού του ίδιου είδους. Η αρχή και το τέλος της πομπής αποτελούνται από μια μόνο σειρά, ενώ το κεντρικό τμήμα αποτελείται από διάφορες σειρές προνυμφών, που προχω­ρούν η μια δίπλα στην άλλη. Κατά την πορεία τους κάθε κάμπια εκκρίνει μια κλωστή μετάξινη που θα χρησιμεύσει ύστερα ως οδηγός στην επιστροφή τους στη φωλιά. Η μεταμόρφωση πραγματοποιείται τον Ιούλιο στο εσωτερικό του μετάξινου σακουλιού: η χρυσαλίδα εκκολάπτεται συνήθως τον Αύγουστο του ίδιου έ­τους.
Η θαυματοποία του πεύκου είναι όμοια με την προηγού­μενη, αλλά λίγο μεγαλύτερη. Ζει σε διάφορα εί­δη κωνοφόρων και ιδιαίτερα στην Πεύκη την παράλιο. Προτιμά το ήπιο κλίμα των μεσογεια­κών περιοχών, αν και κάποτε φτάνει και σε πε­ριοχές της Κεντρικής Ευρώπης. Οι κάμπιες της, μαύρες με γαλάζια απόχρωση, κατασκευά­ζουν τη φωλιά τους γύρω στα ψηλότερα κλαδά­κια και μετακινούνται κυρίως την ημέρα, σε μο­νή σειρά, μήκους περίπου 12 μ., η οποία αποτε­λείται από 200-300 άτομα. Οι κάμπιες του πεύ­κου έχουν χνούδι γκρίζο ή καστανό, που προ­καλεί ερεθισμούς λιγότερο σοβαρούς από εκεί­νους της κάμπιας της βελανιδιάς.
Οι ζημιές που προκαλούν οι κάμπιες των εν­τόμων αυτών στα δέντρα των δασών και των πάρκων μπορεί να είναι αρκετά σημαντικές. Για την καταπολέμησή τους συνηθίζονται το κάψι­μο των φωλιών ή ο ψεκασμός τους με εντομο­κτόνα, ή, τέλος, η βιολογική καταπολέμησή τους με τη χρησιμοποίηση του κόκκινου μυρ­μηγκιού και άλλων συγγενών ειδών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *