Ιησούς Χριστός

Ιησούς Χριστός. (εβραϊκή η πρώτη λέξη, σημαίνει «Ο Γιαχβέ είναι η σωτηρία»· η δεύτερη, ελληνική, «ο Κεχρισμένος του Κυρίου»).

Γιος του Θεού, που στάλθηκε στη Γη από το προπατορικό αμάρτημα και να τους δείξει το δρόμο των ουρανών. Για τους χριστιανούς είναι ο σωτήρας, ο εκλεκτός του Κυρίου, ο Μεσσίας που για αιώνες περίμενε ο εβραϊκός λαός και είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, και από το κήρυγμα του οποίου θα εκπορευόταν μια νέα θρησκευτική, ηθική και κοινωνική θεώρηση, που θα προκαλούσε βαθιά μεταμόρφωση του κόσμου.

Κατά την εποχή της γέννησης του Ιησού, η Παλαιστίνη συγκλονιζόταν από βαθιά πολιτική και εθνική κρίση. Στο κλίμα της αναταραχής εξαιτίας της ρωμαϊκής κατάκτησης, η οποία στους Εβραίους υποθαλπόταν από την αναμονή του Μεσσία, πολλοί τυχοδιώκτες έπαιρναν τον τίτλο του Μεσσία και απελευθερωτή του περιούσιου λαού. Διαφορετική όμως και άλλης αξίας παρουσιάστηκε η αποστολή του Ιησού, για τον οποίο είναι γνωστά τα θαυμαστά γεγονότα της γέννησής του, που διαδραματίστηκαν σ’ ένα χωριό της Ιουδαίας, τη Βηθλεέμ, σε μικρή απόσταση από την Ιερουσαλήμ. Εκεί είχαν πάει οι γονείς του Μεσσία – ο Ιωσήφ, τον οποίο η παράδοση αναφέρει ως ταπεινό ξυλουργό, και η Μαρία, μια ευσεβής γυναίκα, στην οποία ένας άγγελος είχε προαναγγείλει τη σύλληψη παιδιού από το Άγιο Πνεύμα – για ν’ απογραφούν σύμφωνα με διαταγή του ηγεμόνα της Συρίας Κυρηνίου. Κατά το Σκύθη μοναχό Διονύσιο το Μικρό, ο οποίος τον 6ο αι. υπολόγισε τη χρονολογία, η γέννηση του Ιησού έγινε το έτος 754 από «κτίσεως Ρώμης». Η χρονολογία αυτή όμως δε φαίνεται να είναι σωστή και αποτελεί – μαζί με τη γενεαλογία του Ιησού και τη διάρκεια του δημόσιου βίου του, τριάμισυ χρόνια σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ιωάννη – ένα από τα προβλήματα που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις σχετικά με τη βιογραφία του Μεσσία. Τα Ευαγγέλια αφηγούνται την αναγγελία της γέννησης του Σωτήρα στους ποιμένες και στους Μάγους και τη συνάντηση των τελευταίων αυτών με τον Ηρώδη, τη σφαγή των νηπίων, το προειδοποιητικό όνειρο του Ιωσήφ μετά το οποίο έφυγε στην Αίγυπτο με την οικογένεια του και την επιστροφή στη Ναζαρέτ, όπου ο Μεσσίας έζησε σε αφάνεια ως την ηλικία των τριάντα ετών, αν εξαιρέσουμε το επεισόδιο, που διηγείται ο Λουκάς, της συζήτησης του Ιησού όταν ήταν δώδεκα ετών με τους διδασκάλους του ναού της Ιερουσαλήμ, όπου είχε ανεβεί το Πάσχα η οικογένειά του. Τον είχε προαναγγείλει ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο οποίος τον είχε αναγνωρίσει ως Μεσσία και τον είχε βαφτίσει στα νερά του Ιορδάνη.

Μετά το βάπτισμα, ο Ιησούς αποσύρθηκε στην έρημο όπου έμεινε σαράντα ημέρες νηστεύοντας και όπου προσπάθησε να τον βάλει σε πειρασμό ο Σατανάς. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε το κήρυγμά του, το οποίο βασιζόταν στη μετάδοση της «καλής αγγελίας» που ύστερα με εντολή του ουράνιου Πατέρα έφερε στους ανθρώπους: της έλευσης της βασιλείας του Θεού, που γρήγορα, θα ερχόταν στη Γη. Οι ταπεινοί, οι φτωχοί, οι απόκληροι, οι καταπιεζόμενοι από την τυραννία και την κοινωνική αδικία θα έβρισκαν χαρά και παρηγοριά με την αποκατάσταση δικαιοσύνης. Και το βασίλειο αυτό της αιώνιας ειρήνης θα ανήκε στα παιδιά, στους καθαρούς στην καρδιά, σε εκείνους που αγαπώντας το Θεό θα συγχωρούσαν αμοιβαία το κακό που τυχόν θα έκανε ο ένας στον άλλο και θα θεωρούσαν τους ανθρώπους σαν αδελφούς. Ασκώντας πολεμική κατά της φαρισαϊκής τυπολατρίας και διακηρύττοντας ότι ο παλιός νόμος έπρεπε ν’ αντικατασταθεί μ’ ένα νέο που θα βασιζόταν στην αγάπη του Θεού και του πλησίον, ο Ιησούς συνιστούσε στους ανθρώπους να μετανοήσουν και να περιμένουν το βραβείο της πίστης τους πιστεύοντας στο θέλημα του παντοδύναμου Θεού. Στο έργο της διάδοσης αυτής της «καλής αγγελίας», που αναπτύχθηκε με παραβολές και διατυπώθηκε στην επί του Όρους Ομιλία, ο Ιησούς είχε για βοηθούς ένα μικρό πυρήνα μαθητών – τους δώδεκα αποστόλους – που ο ίδιος είχε καλέσει και που έμελλαν να συνεχίσουν το έργο του με την ίδρυση των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Μαζί μ’ αυτούς περιόδευσε στην Παλαιστίνη κηρύσσοντας στα πλήθη και κάνοντας θαύματα: από τη μετατροπή του νερού σε κρασί στο γάμο της Κανά – το πρώτο του θαύμα, κατά τον Ιωάννη – ως τον πολλαπλασιασμό των άρτων και των ιχθύων, από τη θεραπεία αναπήρων ως την απαλλαγή δαιμονιζόμενων από τα δαιμόνια και την ανάσταση νεκρών (Λάζαρος, ο γιος της χήρας στη Ναίν, η κόρη του Ιαείρου). Δεν άργησαν όμως να εξεγερθούν οι Φαρισαίοι, οι Σαδδουκαίοι κι οι οπαδοί της εβραϊκής νομικής παράδοσης εξαιτίας της φήμης του Ιησού και της νέας διδασκαλίας του και να κατηγορήσουν το Μεσσία ότι έκανε τον εαυτό του «υιόν Θεού» που απόβλεπε να καταλάβει το θρόνο του Δαβίδ. Ένας από τους μαθητές του, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, χρησιμοποιήθηκε απ’ αυτούς ως όργανο προδοσίας αντί τριάντα αργυρίων (ασημένιων σίκλων). Μετά τη θριαμβευτική είσοδο στην Ιερουσαλήμ και τον εορτασμό του Πάσχα με το Μυστικό Δείπνο – κατά τον οποίο ο Ιησούς έδωσε τις τελευταίες εντολές και την υπέρτατη δωρεά της Ευχαριστίας, που αποτέλεσε την αναίμακτη θυσία και το κέντρο της χριστιανικής θρησκείας – ο Ιησούς παραδόθηκε από τον Ιούδα στα χέρια των ιερέων του ναού, οι οποίοι τον κατάγγειλαν στο Ρωμαίο επίτροπο του Καίσαρα, Πόντιο Πιλάτο, ως ταραχοποιό. Πιλάτος, μολονότι ήταν βέβαιος για την αθωότητα του Ιησού, τον καταδίκασε σε σταυρικό θάνατο για πολιτικούς λόγους, ποινή ατιμωτική, που επιβαλλόταν στους δούλους, στους ληστές και στους επαναστάτες. Κατά την ευαγγελική αφήγηση, ο Ιησούς αναστήθηκε την τρίτη μέρα κι έμεινε ακόμα στη Γη σαράντα μέρες. Ύστερα αναλήφθηκε στους ουρανούς, όπου κάθισε «εκ δεξιών του Πατρός». Εμφανίστηκε πολλές φορές μετά το θάνατο του στους μαθητές του, συνιστώντας τους να εκπληρώσουν την εντολή που τους εμπιστεύθηκε κι αναγγέλλοντάς τους την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Με τη διάδοση και οργάνωση της νέας χριστιανικής θρησκείας, η μορφή του Ιησού αποτέλεσε αντικείμενο θεολογικών μελετών που συνεχίστηκαν επί αιώνες. Σαν γιος του Θεού έχει δύο φύσεις, την ανθρώπινη και τη θεία, και για το λόγο αυτό χαρακτηρίζεται ως «θεάνθρωπος», «ενανθρωπήσας» και «εμφανισθείς» στη Γη. Γύρω από τη διπλή όμως αυτή φύση του Ιησού δημιουργήθηκαν οξύτατες συζητήσεις και διαφωνίες και διατυπώθηκαν απόψεις που αργότερα η Εκκλησία χαρακτήρισε ως αιρετικές και τις καταδίκασε. Ανάμεσα στις αρχαιότερες αναφέρουμε το γνωστικισμό, ο οποίος υποστήριζε ότι η μορφή του Ιησού δεν ήταν παρά ένας από τους Αιώνες, που εμφανίστηκε στη Γη ύστερα από μακροχρόνια και περίπλοκη διαδικασία θείων εκπορεύσεων που προήλθαν από τον Υπέρτατο Ον, και το δοκητισμό, που αρνιόταν στον Ιησού την ύπαρξη σωματικής ουσίας και περιόριζε την παρουσία του μεταξύ των ανθρώπων σε μια καθαρά φασματική εμφάνιση. Ακόμα και μετά τις αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, με τις οποίες καθορίστηκε η έννοια της ύπαρξης μιας και της αυτής ουσίας στον Πατέρα και στον Υιό, δεν έπαψαν οι διαφωνίες σχετικά με τη μορφή του Ιησού. Οι αδοπτιανοί ή υιοθετιστές, π.χ., δεν παραδέχονταν καμιά άμεση σχέση με τον Πατέρα και υποστήριζαν ότι ήταν μόνο ένας άγιος και άξιος σεβασμού άνθρωπος, «υιοθετηθείς» για τις έξοχες αρετές του. Οι ευτυχιανοί, εξάλλου (Ευτυχής) και οι μονοφυσίτες δεν παραδέχονταν διπλή φύση, αλλά ότι στον Ιησού υπήρχε μόνο μία, αποτέλεσμα μιας τέλειας συγχώνευσης θείας και ανθρώπινης. Η αντίληψη αυτή ήταν αντίθετη προς την αντίληψη των νεστωριανών, οι οποίοι τόνιζαν τη συγκεκριμένη πραγματικότητα και των δύο φύσεων, που κάθε μια ήταν τελείως χωριστή από την άλλη. Κι αν μπορούσε να γίνει λόγος για ενότητα των δύο φύσεων, η ενότητα αυτή ήταν μόνο «ηθική». Όλες αυτές οι ετεροδιδασκαλίες και μετά την καταδίκη τους από την Εκκλησία δεν εξαφανίστηκαν πολύ γρήγορα. Δείχνουν όμως τι έκταση είχαν πάρει κι όχι μόνο κατά τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού – οι θεολογικές μελέτες γύρω από τη μορφή του Ιησού και πώς γύρω απ’ αυτήν συγκεντρώνονταν συνεχώς οι αναζητήσεις εκείνων που ήθελαν να εισδύουν πιο βαθιά στο μυστήριο του Υιού του Θεού, που κατήλθε στη Γη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *