Κοχύλι

Στη φωτό κοχύλι στροβιλίσκος

Σχηματισμός λιγότερο ή περισσότερο σκληρός, που, όταν είναι εξωτερι­κός, όπως συμβαίνει κατά κανόνα σχεδόν, προστατεύει το σώμα των μαλακίων, των βραχιονοπόδων και μερικών οστρακόδερμων (κιρρόποδα). Το κοχύλι  είναι έκκριση του μανδύα και απο­τελείται από μια οργανική ουσία, την κογχιολίνη, που περιέχει μεταλλικές ουσίες με μεγάλη υπεροχή του ασβεστίου. Στο κοχύλι ενός διθύρου μαλακίου, που μπορεί να παρθεί σαν υπόδειγ­μα, από δομική άποψη διακρίνουμε ένα λεπτό εξωτερικό στρώμα (επιδερμίδα ή περιόστρακο), που αποτελείται από οργανική ουσία και έχει διάφορο χρώμα από είδος σε είδος· ένα ενδιάμε­σο στρώμα, που αποτελείται από πρίσματα αν­θρακικού ασβέστιου, και ένα εσωτερικό, που α­ποτελείται από παράλληλα ελάσματα αραγωνίτη τα οποία, όταν είναι λεπτά, εμφανίζουν ιριδι­σμούς και αποτελούν το μάργαρο. Το σχήμα του κοχύλι ποικίλλει από τάξη σε τάξη μαλακίων, με διάφορες παραλλαγές στις δευτερεύουσες ομά­δες. Στα γαστερόποδα, το κοχύλι αποτελείται από έ­να μόνο τεμάχιο ή θυρίδα που έχει σχήμα κωνι­κό (π.χ. στην πεταλίδα) ή παρουσιάζει μια σπεί­ρα και πολυάριθμες διατρήσεις ή ελικοειδείς σπείρες σαν του σαλιγκαριού από τα αριστερά προς τα δεξιά ή από τα δεξιά προς τα αριστερά, ανάλογα με το πως στρέφουν οι σπείρες όταν κοιτάζουμε το κοχύλι από την κορυφή του. Ο άξο­νας περιστροφής λέγεται στυλίσκος και μπορεί να είναι κούφιος ή γεμάτος. Το άνοιγμα προς το εξωτερικό λέγεται στόμα και είναι εφοδιασμένο με ένα γύρο ή περίστομα, που έχει ένα ε­ξωτερικό χείλος τις περισσότερες φορές λείο και ένα εσωτερικό συχνά πτυχωτό. Στα διβραγχιωτά κεφαλόποδα το κοχύλι είναι περιορισμένο και περιλαμβάνεται στο πάχος του μανδύα, όπως το γνωστό κόκαλο της σουπιάς ή του καλαμαριού. Το κομψό και λεπτό ασβεστολιθικό ό­στρακο του θηλυκού του αργοναύτη εκτελεί λειτουργία θήκης για τα αβγά: δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθινό κοχύλι είτε εξαιτίας της ιδιαίτερης λειτουργίας του είτε γιατί παράγεται από πλο­κάμους αντί μανδύα. Στο ναυτίλο το κοχύλι είναι ε­ξωτερικό: η πρώτη μεγάλη αίθουσα περιέχει ολόκληρο σχεδόν το ζώο, που εισχωρεί στα εσω­τερικά διαμερίσματα με μια απόφυση που λέγε­ται σίφωνας. Ένα τέτοιο κοχύλι είναι σπειροειδές και διαιρείται σε διαδοχικές στοές, που ο ναυτί­λος κατασκευάζει προοδευτικά κατά την πορεία της ανάπτυξής του. Οι αμμωνίτες, απολιθώμα­τα του μεσοζωικού, είχαν κ. από πολλές από­ψεις σαν του σημερινού ναυτίλου.

Στα ελασματοβράγχια ή ακέφαλα, το κοχύλι  απο­τελείται από δύο εξωτερικές θυρίδες, τοποθετη­μένες δεξιά και αριστερά του σώματος. Αντίθε­τα στα βραχιόποδα η μια θυρίδα είναι κοιλιακή και η άλλη ραχιαία. Γενικά, οι δύο θυρίδες είναι όμοιες και συγκρατούνται μ’ ένα σύνδεσμο, σαν είδος μεντεσέ. Προσαγωγοί μύες και ένας ελαστικός τένωντας χρησιμεύουν για την απο­μάκρυνση ή την προσέγγιση της μιας θυρίδας με την άλλη. Εγκοπές που αποτελούνται από ο­δόντες και κοιλότητες χρησιμεύουν για την ε­ξασφάλιση της αντίστοιχης θέσης των δύο θυ­ρίδων. Χαρακτηριστικό είναι το κοχύλι του δαντελίου, ενός σκαφόποδου μαλάκιου: είναι κωνι­κό, σε σχήμα κέρατου ή χαυλιόδοντα, με τα δύο άκρα ανοιχτά. Από το μπροστινό και πιο μεγάλο, προβάλλουν το πόδι και ένα διάδημα διάφορες παράλιες περιοχές, όπως π.χ. στο Τόρε ντελ Γκρέκο (Νεάπολη Ιταλίας) γίνεται επεξεργασία του κοχύλι από ικανούς τεχνίτες για την κατασκευή δακτυλιολίθων. Πολλά κοχύλια χρήσιμοποιούνται για την εξαγωγή του μαργάρου, ενώ με τα κατώτερης μορφής και ποιότητας παράγεται ασβέστης και λιπάσματα. Ως τα τελευταία χρόνια σε μερικές αφρικανικές φυλές μερικά χρησίμευαν για νομίσματα. Με τα μεγάλα κοχύλια μερικών γαστερόποδων κατασκευάζονται κυνηγητικά κόρνα (βούκινα) και μουσικά όργανα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *