Νικηταράς

ΝικηταράςΝικήτας Σταματελόπουλος
Αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, Γεννήθηκε στην Μεγάλη Αναστασίτσα, Αρκαδίας το 1780 και πέθανε στον Πειραιά το 1849.
Ανιψιός από τη μητέρα του του Κολοκοτρώνη, ακολούθησε παιδί ακόμα τους αγωνιστές στα βουνά της Πελοποννήσου, μετά την εκτέλεση του πατέρα του, αρματολού, και του αδελφού του από τους Τούρκους. Το 1818, στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, τον άλλο χρόνο πήγε στη Ζάκυνθο, όπου βρήκε τον Κολοκοτρώνη και μαζί με άλλους Έλληνες κατατάχτηκε σε επτανησιακά σώματα, που είχαν οργανώσει οι Ρώσοι, τον Ιανουάριο του 1821 αποβιβάζεται στη Μάνη και η κήρυξη της Επανάστασης τον βρίσκει στην Καλαμάτα.
Φήμη ικανού οπλαρχηγού και την προσωνυμία «Τουρκοφάγος» απόκτησε ο Νικηταράς στη μάχη του Βαλτετσίου (12 – 13 Μαΐου 1821), όταν με 200 άντρες νίκησε τους Τούρκους στα Δολιανά και τους προξένησε μεγάλη φθορά, γεγονός αποφασιστικό για την πολιορκία, και τελικά την κατάληψη, της Τρίπολης από τους Έλληνες (23 Σεπτεμβρίου 1821). Τον Ιανουάριο του 1822 ο Νικηταράς πηγαίνει στη Στερεά και τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου προάγεται σε αρχιστράτηγο της Ανατολικής Ελλάδας, αρνιέται όμως την προαγωγή και επιστρέφει τον Ιούνιο, ύστερα από έκκληση του Κολοκοτρώνη, στην Πελοπόννησο, όπου πολέμησε εναντίον της στρατιάς του Δράμαλη και κατάστρεψε τμήματα του τουρκικού στρατού στη χαράδρα του Αγίου Σώστη και στο Αγιονόρι (26 – 28 Ιουλίου 1822). Συνέχισε τον αγώνα ως το τέλος της Επανάστασης.
Οπαδός του Καποδίστρια μετά την απελευθέρωση, ανήκε στο λεγόμενο «ρωσικό» κόμμα και το 1829 ονομάστηκε διοικητής του συντάγματος της Πελοποννήσου και γενικός αρχηγός της φρουράς Πελοποννήσου. Την εποχή του Όθωνα, πέφτει και ο Νικηταράς, όπως και άλλοι οπλαρχηγοί που ανήκαν στο «ρωσικό» κόμμα, σε δυσμένεια, συλλαμβάνεται το 1839, καταδικάζεται με την κατηγορία ότι σχεδίαζε πραξικόπημα για την ανάρρηση στον ελληνικό θρόνο Ρώσου πρίγκιπα και φυλακίζεται στην Αίγινα, από όπου θα απελευθερωθεί με την επέμβαση του Μακρυγιάννη, τις 18 Σεπτεμβρίου 1841. Μετά την επανάσταση του 1843 ονομάστηκε υποστράτηγος και το 1847 έγινε γερουσιαστής. Πέθανε πάμπτωχος στον Πειραιά. Τα απομνημονεύματά του τα υπαγόρευσε στον Τερτσέτη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *