Ούτι

Το ούτι είναι έγχορδο όργανο, συγγενές του Λαούτου. Η προέλευση του, όπως μαρτυρεί και η ονομασία του (αλ ουντ σημαίνει ξύλο), με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα είναι αραβική. Με την αραβική κατάκτηση εισέβαλε μέσω της Βόρειας Αφρικής στην Ισπανία, επηρεάζοντας την ανδαλουσιανή μουσική παράδοση των Τσιγγάνων. Από την Ισπανία διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη με διαφοροποιημένη όμως μορφή, τεχνική και όνομα. Η αραβική του προέλευση διαφοροποιείται σταδιακά στην Κωνσταντινούπολη. Αλλάζει το μέγεθος, τα υλικά και ο τρόπος κατασκευής του. Ο Ρωμιός μάστορας Μανώλης Βένιος (1850-1915) συμβάλλει σημαντικά στις κατασκευαστικές αυτές αλλαγές.

Παρόλο που ανήκει στην οικογένεια των λαουτοειδών, διαφέρει από το ελληνικό λαούτο τόσο στην κατασκευή, όσο και στο ρεπερτόριο που παίζει. Έχει μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο, κοντό και φαρδύ χέρι και κλειδιά από τα πλάγια. Τα καλύτερα ξύλα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή του είναι μαόνι, μουριά, σφενδάμι, τριανταφυλλιά, κερασιά και παλίσανδρος. Το ούτι παίζεται με πλήκτρο (πένα). Κάθε μουσικός κατασκεύαζε την πένα του συνήθως από φτερό πουλιού (αετού ή γερακιού) και σπανιότερα από κέρατο βοδιού, φλούδα κερασιάς και ταρταρούγα. Οι χορδές παλαιότερα κατασκευάζονταν από έντερο ζώου ή μετάξι, ενώ σήμερα έχουν επικρατήσει οι πλαστικές ή μεταλλικές τυλιγμένες σε μετάξι.

Το ούτι θεωρείται έντονα ρυθμικό όργανο και χρησιμοποιείται τόσο ως όργανο συνοδείας της φωνής, όσο και όργανο αυτοσχεδιασμού (ταξιμιών). Όσον αφορά στο ρεπερτόριο του, είναι κυρίως αστικό όργανο. Συνόδευε συνήθως το βιολί, το κανονάκι ή το σαντούρι, το τουμπελέκι ή το ντέφι και πιο σπάνια το κλαρίνο, σε όλες τις κομπανίες των Ρωμιών της Μ. Ασίας. Αν και εμφανιζόταν στην ηπειρωτική Ελλάδα πριν το 1922, παιζόταν σε περιορισμένη κλίμακα, κυρίως σε μεγάλα αστικά κέντρα. Ούτι έπαιζαν αποκλειστικά οι Έλληνες της Μ. Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι αγνοούσαν το ελληνικό λαούτο. Ξακουστοί οργανοπαίκτες εμφανίζονται σε ολόκληρη την μικρασιατική χερσόνησο, από τα δυτικά παράλια, τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα έως τις εσχατιές του Πόντου και της Καππαδοκίας. Μετά το 1922, το ούτι χρησιμοποιήθηκε στον ελληνικό χώρο από μικρασιατικές αρχικά και ρεμπέτικες αργότερα κομπανίες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *