Ο ζουρνάς


«Νεφές αν ‘κι επορείς να παίρτς, ζουρνατζής μη ίνεσαι»
Αν δεν μπορείς να πάρεις αναπνοή, μη γίνεις ζουρνατζής

Ο ζουρνάς (ή η ζουρνά) είναι ένα πνευστό μουσικό όργανο τύπου όμποε με 6ιπΛό γλωσσίδι. Πρόκειται για τον αυλό, το κατεξοχήν πνευστό μουσικό όργανο της αρχαιότητας, γνωστό ήδη από τους ομηρικούς χρόνους, που η πορεία του συνεχίζεται και στους βυζαντινούς. Στη νεότερη εποχή, αν και όργανο κυρίως της ηπειρωτικής Ελλάδας, παιζόταν και στη Μ. Ασία, τόσο στα δυτικά παράλια, όσο και στην Προποντίδα από Τούρκους όμως μουσικούς, οι οποίοι έπαιζαν και σκοπούς των Ελλήνων. Αυτοί που χρησιμοποίησαν κατά κόρον το ζουρνά στις διασκεδάσεις τους ήταν οι Έλληνες του Πόντου.
Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη από διάφορα ξύλα (οξιά, καρυδιά, κερασιά, σφεντάμι κλπ). Αποτελείται από τρία μέρη, τον κυρίως ζουρνά, τον κλέφτη και την τσαμπούνα (τσιμπόν). Ο σωλήνας του ζουρνά, που είναι συνήθως ελαφρά κωνικός ή κάποτε κυλινδρικός, καταλήγει σε ένα χωνί περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτό. Φτιάχνεται από ξύλο χωρίς ρόζους, για να αντέχει στις καιρικές μεταβολές. Ο κλέφτης εφαρμόζεται στην επάνω μεριά του σωλήνα και πάνω του προσαρμόζουν το διπλό γλωσσίδι, την τσαμπούνα. Ο ζουρνάς έχει 7 τρύπες μπροστά, συνήθως στρογγυλές και σε ίση απόσταση μεταξύ τους, και μια στο πίσω μέρος για τον αντίχειρα.
Κατά το παίξιμο, ο ζουρνατζής φυσά τον αέρα μέσα στο ζουρνά, αυτός περνά από το διπλό γλωσσίδι, το οποίο πάλλεται και δημιουργεί τον ήχο. Χαρακτηριστική είναι η τακτική της ταυτόχρονης εισπνοής και εκπνοής του αέρα που χρησιμοποιούν οι καλοί ζουρνατζήδες. Ο ζουρνατζής, ενώ εξακολουθεί να παίζει, εισπνέει ταυτόχρονα τον αέρα από την μύτη, που αποθηκεύει για λίγο στη στοματική κοιλότητα, για να τον χρησιμοποιήσει σε λίγο, αντικαθιστώντας τον με νέο, χωρίς να σταματά ποτέ να φυσά.
Σε αντίθεση με την ηπειρωτική Ελλάδα που η συνηθισμένη ζυγιά αποτελείται από δυο ζουρνάδες, ένας εκ των οποίων κρατά το ίσο, και ένα νταούλι, στον Πόντο εμφανίζεται μόνο ένας ζουρνάς, που παίζει τη βασική μελωδία, και ένα νταούλι. Εκεί, ο ζουρνάς είχε την πρωτοκαθεδρία σε κάθε είδους εκδηλώσεις στην ύπαιθρο, από το Δυτικό Πόντο ως τον Καύκασο. Έτσι, στην Ματσούκα της Τραπεζούντας συναντάμε τους μικρότερους σε μέγεθος ζουρνάδες με πολύ οξύ ήχο, ενώ στην Πάφρα τους μεγαλύτερους. Λόγω της οξύτητας και της μεγάλης έντασης του, ήταν το ιδανικό όργανο για τις υπαίθριες διασκεδάσεις, αφού άκουγαν όλοι τη μελωδία και μπορούσαν να συμμετέχουν στο χορό. Ακριβώς όμως λόγω αυτής της ιδιαιτερότητάς του, ήταν πολύ δύσκολο το τραγούδι.
Τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς στην Ελλάδα, συνέχισε να παίζεται ο ζουρνάς σε αγροτικές κυρίως περιοχές, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Πόντο. Σταδιακά όμως η χρήση του εξασθένησε. Η παρουσία μικροφωνικών συστημάτων από την δεκαετία του 1980 και εξής στα υπαίθρια γλέντια ενίσχυσε την παρουσία της λύρας έναντι του ζουρνά, η χρήση του οποίου ατόνισε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *