Ο κεμανές

Ο κεμανές (ή η κεμανή) ανήκει στην κατηγορία των εγχόρδων που παίζονται με δοξάρι. Η λέξη προέρχεται από τα τουρκικά και σημαίνει βιολί. Η παρουσία του εντοπίζεται σε λίγες κοινότητες στη Μ. Ασία και η χρήση του ήταν περιορισμένη. Παιζόταν κατά κύριο λόγο στα Φάρασα της Καππαδοκίας, όπου αποτελούσε το βασικό όργανο. Εικάζεται ότι σε παλαιότερες εποχές παιζόταν κα σε άλλα ελληνικά χωριά της περιοχής. Εμφανίζεται, επίσης, σε κοινότητες του κεντρικού Πόντου, στις περιοχές Κερασούντας Πουλαντζάκης και Ορντούς, αλλά κυρίως στις ποντιακές κοινότητες του Αντά Παζάρ, ανάμεσα στον ποταμό Σαγγάριο και τη Νικομήδεια. Στην Ελλάδα, τις δεκαετίες που ακολούθησαν την ανταλλαγή, συνεχίστηκε η παράδοση του κεμανέ σε τοπικό επίπεδο όπου εγκαταστάθηκαν Φαρασιώτες (π.χ. Πλατύ Ημαθίας) ή Ανταπαζαρλήδες.  Δυστυχώς σήμερα είναι ελάχιστοι οι συνεχιστές του οργάνου.

Είναι όργανο συγγενές με την φιαλόσχημη λύρα του Πόντου, την κεμεντζέ, με κατασκευαστικές ωστόσο διαφορές. Έχει μακρόστενο φιαλόσχημο ηχείο, μακρύτερο και πιο πλατύ από την κεμεντζέ, κεφαλή όπως του βιολιού και κλειδιά από τα πλάγια. Σημαντική επίσης διαφορά είναι ότι έχει έξι κύριες χορδές και άλλες έξι συμπαθητικές, οι οποίες δονούνται παράλληλα με τις κύριες που παίζονται με το δοξάρι. Οι συμπαθητικές χορδές βρίσκονται κάτω από την ταστιέρα, κουρδίζονται σε ταυτοφωνία με τις κύριες και παράγεται ένα αρμονικό ίσο. Οι χορδές παλαιότερα ήταν από έντερο ζώων, ενώ τα τελευταία χρόνια αντικαταστάθηκαν από μεταλλικές. Το δοξάρι ήταν παλαιότερα κυρτό, με τρίχες από ουρά αλόγου ενώ σήμερα χρησιμοποιούνται δοξάρια βιολιού. Τα ξύλο που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή του κεμανέ ήταν συνήθως σκληρά (π.χ. μουριά), εκτός από το ξύλο του καπακιού που ήταν μαλακό.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *