Παπλωματάδες και κετσετζήδες από τα χωριά Μιστί και Τσαρικλί

Πρόσφυγας Τσαρικλιώτης παπλωματάς με τα απαραίτητα σύνεργά του

Στην καρδιά της Καππαδοκίας, 70-80 χλμ. νοτιοδυτικά της Καισαρείας, βρίσκονται τα χωριά Μιστί και Τσαρικλί. Πρόκειται για αμιγώς χριστιανικούς και ελληνόφωνους οικισμούς μι 3.000 και 700 περίπου κατοίκους αντίστοιχα πριν από το 1924. Το Τσαρικλί ήταν ένα σχετικά νέο χωριό, καθώς οι μαρτυρίες για την ίδρυσή του φτάνουν στα 1840. Τριάντα περίπου οικογένειες από το κεφαλοχώρι Μιστί εγκαταστάθηκαν σε έναν άγονο τόπο που έμελλε να γίνει αργότερα το χωριό τους. Οι κάτοικοι και των δυο χωριών, όπως και στα περισσότερα της Καππαδοκίας, ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Σε αντίθεση όμως με άλλα χωριά, στο Μιστί, όπως και στο Τσαρικλί, εμφανίζεται ως συμπληρωματική απασχόληση για τον ανδρικό πληθυσμό η τέχνη του παπλωματά και του κετσετζή, του κατασκευαστή δηλαδή κετσέδων. Τα μαλλιά που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή κετσέδων προέρχονταν από την κουρά των προβάτων, που κάθε οικογένεια είχε στην κατοχή της.

Οι άνδρες που ασχολούνταν με την τέχνη του παπλωματά -η πλειοψηφία δηλαδή των κατοίκων των χωριών-, ήταν πλανόδιοι. Ξεκινούσαν από τα χωριά τους και γύριζαν για μήνες πουλώντας την τέχνη τους σε όλη σχεδόν τη Μικρασία, από την κοντινή Καισάρεια και τα Άδανα έως τη Σμύρνη. Πολλές φορές, έφταναν μέχρι τη Θεσσαλονίκη, αλλά και τη Ρωσία. Από μικρή ηλικία οι γιοι ακολουθούσαν τους πατεράδες στα ταξίδια και κληρονομούσαν με αυτό τον τρόπο την τέχνη τους. Απαραίτητο εργαλείο για κάθε παπλωματά ήταν η ντεξάρα (δοξάρι). Έπαιρνε, λοιπόν, ο παπλωματάς αυτό το τοξοειδές εργαλείο, έριχνε το βαμβάκι πάνω στη χορδή του και χτυπούσε μ’ ένα ξύλινο ραβδί την άκρη της χορδής. Η διαδικασία αυτή αφράτευε το βαμβάκι και όταν ολοκληρωνόταν, έμπαινε το βαμβάκι μέσα σε πάνινο περίβλημα, καπλαντιζόταν και ήταν πλέον έτοιμο το πάπλωμα. Οι Μισιώτες, που μετά το 1924 διασκορπίστηκαν στη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα (Κόνιτσα, Μάνδρα και Αμυγδαλιά Αάρισας, Βόλος, σε χωριά του νομού Κιλκίς και ιδιαίτερα στο Ν. Αγιονέρι, σε χωριά της Καβάλας, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη κλπ.), και οι Τσαρικλιώτες, που το 1926 εγκαταστάθηκαν κυρίως στα χωριά Μαυρόλοφος και Αργιλοχώρι του νομού Μαγνησίας, συνέχισαν την τέχνη του παπλωματά στη νέα τους πατρίδα. Έφταναν μάλιστα με την ντεξάρα στον ώμο μέχρι την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου ασκούσαν την πατροπαράδοτη τέχνη τους. Με τη βιομηχανοποίηση όμως των τελευταίων δεκαετιών, η τέχνη του παπλωματά εξέλειψε πλήρως.

Βασίλης Γιορανίδης

Πάπλωμα της οικ Παμπουκίδη έξω από το προσφυγικό κατάστημά τους στην Νεάπολη Βοΐου Κοζάνης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.