Σεφέρης Γεώργιος

Σαν Σήμερα 29 Φεβρουαρίου,
του 1900, γεννήθηκε στην Σμύρνη, ο Έλληνας ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης και πέθανε στην Αθήνα 20 Σεπτεμβρίου του 1971.
Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γεωργίου Σεφεριάδη.
Γιος του καθηγητή Στυλιανού Σεφεριάδη, πέρασε τα παιδικά του χρόνια και την πρώτη εφηβεία στη γενέτειρά του. Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου έλαβε τη γυμνασιακή μόρφωση. Το 1918 πήγε στο Παρίσι, για να σπουδάσει νομικά. Εκεί έμεινε ως το 1924 και επηρεάστηκε από τις έντονες πνευματικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις, που βρίσκονταν τότε σε έξαρση (στη ζωγραφική με τον Πικάσο, στην ποίηση με τον Απολιναίρ και τον Μπρετόν, στο χορό με τον Ντιαγκίλεφ και τα ρωσικά μπαλέτα, στη μουσική με το Στραβίνσκι, το Ραβέλ κ.ά.). Τότε άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους. Το 1926 διορίστηκε ακόλουθος στο υπουργείο Εξωτερικών. Στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο ακολούθησε την τότε ελληνική κυβέρνηση στη Μ. Ανατολή, ως υπάλληλος της Υπηρεσίας Πληροφοριών. Το 1957 διορίστηκε πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο. Το 1963 τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ της Λογοτεχνίας. Ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ διάφορων πανεπιστημίων (Θεσσαλονίκης, Καίμπριτζ, Οξφόρδης) και τιμήθηκε με με άλλες διακρίσεις (επίτιμο μέλος της Αμερικάνικης Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών, επίτιμος εταίρος του Ινστιτούτου Ανωτάτων Σπουδών του πανεπιστήμιου Πρίνστον). Ο θάνατος του Γιώργου Σεφέρη, που ήρθε απροσδόκητα ύστερα από μια βραχύχρονη αρρώστια, είχε πλατιά απήχηση στην Ελλάδα.
Αν και τις πρώτες παρωθήσεις για την ποίηση τις δέχτηκε στην Ευρώπη, όπου επίσης διδάχτηκε και τους τρόπους μιας ποιητικής έκφρασης, η οποία απομακρυνόταν αποφασιστικά από την παράδοση, παρόλα αυτά ο Σεφέρης άντλησε τα θέματά του από την ελληνική ιστορία και ζωή. Στην πρώτη συλλογή του (Στροφή, 1931) εμφανίζονταν ήδη ορισμένα γνωρίσματα, που θα χαρακτήριζαν και την κατοπινή δημιουργία του. Βασικά διαφαίνεται στη Στροφή η στάση ενός απογοητευμένου. Ένας στίχος του δηλώνει πως «είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια». Ο στίχος αυτός αποκαλύπτει μια διάθεση, η οποία και επηρεάζει αποφασιστικά το ύφος του ποιητή: δεν επιτηδεύεται την παλαμική δαψίλεια και ορμητικότητα του συναισθήματος· απεναντίας ο λόγος του έχει μια καβαφική λιτότητα, παρόλο που διακοσμείται από έναν όχι φειδωλό εικονισμό, εμπνεόμενο από τη φύση (την οποία ο Αλεξανδρινός ποιητής δε θέλησε ή δεν μπόρεσε να προσοικειωθεί).
Ως αίτια της αθυμίας του ποιητή υποδηλώνονται η συνείδηση της απώλειας κάποιας ευτυχίας που ήρθε κι έφυγε γρήγορα, η βίωση καταστάσεων που είναι μέτριες, πολύ πιο κάτω από εκείνες που προσδοκούσε η ψυχή του, το αίσθημα μιας ανεστιότητας, του «ξένου τόπου», στον οποίο πάντα έζησε, άλλοτε αντικειμενικά και άλλοτε υποκειμενικά. Εκδηλος εξάλλου είναι και ένας εγωκεντρισμός (στον οποίο επίσης, ως ένα σημείο, συναντιέται με τον Καβάφη), εκδηλωνόμενος ως ένας συγκρατημένος με αξιοπρέπεια σπαραγμός για τη νιότη που φεύγει, για τη ζωή που «κάθε μέρα λιγοστεύει».
To
1932 ο Σεφέρης δημοσίευσε τη Στέρνα. Η προσπάθεια του, περισσότερο φανερή τώρα, είναι να διοχετεύσει την αθυμία της ζωής σε σχήματα που υπαγορεύει η αξιοπρέπεια και μια τάση για τη βίωση, θα έλεγε κανείς, της σοβαρής ομορφιάς: τα πρόσωπα που «ανάβουν και σβήνουν μια στιγμή» (με μια στιγμή ισοδυναμεί η ζωή μας), σβήνουν σ’ ένα σκοτάδι που είναι όμως «σκοτάδι εβένου». Οπωσδήποτε στη Στέρνα δίνονται έξοχες ποιητικές καταγραφές της «διψασμένης αγάπης» για ζωή, αγάπης που, πριν ξεδιψάσει, περνάει στο «μνήμα». Από το δράμα της βραχύβιας ύπαρξης ο ποιητής προσπαθεί, πιεζόμενος πάντα από την έμφυτη ανάγκη της αξιοπρέπειας, να αντλήσει και να διδαχτεί το μάθημα μιας ολιγάρκειας.
Το
Μυθιστόρημα που ακολούθησε (1935) ήταν μια ευρύτερη σύνθεση από 24 άτιτλα ποιήματα. Θα έλεγε κανείς πως τα ίδια θέματα – τη γεύση της στάχτης, την παραίτηση, τη θλίψη στην καρδιά, την ανάγκη της ακατάπαυστης κίνησης μακριά από το ζεστό πάτριο τόπο – ο ποιητής θέλησε να παραστήσει τώρα επικότερα, συνάπτοντάς τα χαλαρά και με ένα «μύθο» (εντελώς υποτυπώδη και πιο πολύ υπαινικτικό), με την υποδήλωση ενός – συχνά διακοπτόμενου – θαλασσινού ταξιδιού, το οποίο ανακαλεί κάποτε τον αργοναυτικό μύθο (Δ’). Στα αυτιά μας φτάνει ο μονότονος και καρτερικός ρόχθος μιας σχεδόν μάταιης και παράλογης κωπηλασίας προς ένα αδικαίωτο τέρμα, που μετατοπίζεται διαρκώς μέσα στο χρόνο, ώσπου να πέσει μέσα στο θάνατο. Ορθά συσχέτισαν το Μυθιστόρημα με τις συγκινήσεις του ποιητή από την καταστροφή του 1922 (Η’). Πρέπει όμως να δεχτούμε, ότι η εθνική μέριμνα παίρνει κι άλλες προεκτάσεις, καθώς ο ποιητής ατενίζει τον «κλειστό» τόπο μας, που είναι «όλο βουνά», χωρίς ποτάμια και νερά, με «λίγα καμένα πεύκα», τις ελιές, όπου έχουν απομνημειωθεί οι «ρυτίδες των γονιών μας», και τα βράχια, «με τη γνώση των γονιών μας» (Γ, IB’, ΙΖ’). Φυσικά η κίνηση του Μυθιστορήματος γίνεται και σε άλλα επίπεδα, στους εσωτερικούς χώρους της ψυχής του ίδιου του ποιητή (Ε’, ΣΤ’).
Από το δυσπρόσιτο πέρασμα της λιγοσέλιδης
Γυμνοπαιδίας (1936) ο αναγνώστης έρχεται στο Τετράδιο γυμνασμάτων (1940), όπου συγκεντρώνονται διάφορες σκόρπιες στιγμές, οι οποίες όμως απομονώνουν καταστάσεις συγγενικές προς τις προηγούμενες: «ανθρώπους ξεχασμένους … ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν, έργα σταματημένα, σιωπηλούς σταθμούς ». Την επόμενη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος (1940) συνοδεύει χαρακτηριστικά και ένα μότο από το Χαίλντερλιν, ο οποίος αναρωτιέται «τί χρειάζονται οι ποιητές σ’ ένα μικρόψυχο καιρό». Ο τίτλος εξάλλου της συλλογής (τον οποίο θα δανειστούν και οι δύο επόμενες) δηλώνει ότι ο ποιητής συνέχεται πάντα από την ανάγκη της ατέλειωτης κίνησης, η οποία αποτελεί γι’ αυτόν ένα αντιφατικό ψυχικό πρόβλημα: ενώ τη χρειάζεται σαν μια λύση ελευθερίας, από το άλλο μέρος είναι αυτή πάλι που του γεμίζει την ψυχή με νοσταλγία. Στο βιβλίο αυτό γίνεται ακόμα εμφανέστερη η παρουσία της γυναίκας (αισθητή σε όλο το έργο του Σεφέρη), που υπάρχει μοιρασμένη στην αισθησιακή προσφορά της και στην ψυχική συμπαράσταση. Οι γυναικείες μορφές, που μισοφωτισμένες επιστρέφουν συνεχώς σαν μόνιμα μοτίβα στην ποίηση του Σεφέρη χωρίς να είναι ποτέ απαλλαγμένες από τα ίχνη ενός αισθησιασμού, αποκαλύπτουν και μια επικούρεια πλευρά του χαρακτήρα του. Πάντως και στο Κατάστρωμα κυριαρχεί τελικά η αίσθηση της φθοράς και του κενού, όπως εξεικονίζεται λαμπρά και στο ποίημα Ο βασιλιάς της Ασίνης, όπου επιπλέον, η «σύγχρονη θλίψη» (ο κόσμος είχε αρχίσει να αιματοκυλιέται στο μεγάλο πόλεμο) προσθέτει ένα νέο μελαγχολικό τόνο.
Ο παγκόσμιος χαλασμός, εξαπλωμένος και στον τόπο μας, περνάει στο
Ημερολόγιο καταστρώματος, Β’ (1944). Αλλά ο πόνος του ποιητή υπόκειται κι εδώ στη διαδικασία της δημιουργίας του ύφους του, κρυπτικού και εγκεφαλικού, που αποδίνει μόνο υπόκωφα και αποσπασματικά τις ψυχικές καταστάσεις. Το ύφος αυτό, αρμόδιο να εκφράζει τις προσωπικές και ατομικές διαθέσεις, δύσκολα ανταποκρίνεται στην απόδοση καθολικότερων προβλημάτων, όπου η λειτουργία του εμφανίζεται, γενικά ανεπαρκής. Η ίδια παρατήρηση μπορεί να γίνει και για τη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος, Γ’ (1955), αφιερωμένη, κατά ένα γάλο μέρος, στον «κόσμο της Κύπρου», ενώ η Κίχλη, που προηγήθηκε (1947), αποτελεί μια νέα πετυχημένη προσπάθεια του ποιητή για τη δημιουργία μιας προσωπικής μυθολογίας σχετικά με το κεντρικό θέμα του, την αναπόφευκτη φθορά του προσώπου μέσα στο χρόνο. Στην Κίχλη γίνεται και μια εντονότερη προσπάθεια να ξεπεραστεί ο φόβος του θανάτου με μια πνευματικότερη αντιμετώπιση του υπαρξιακού προβλήματος, πέρα από το «παραμίλημα της σάρκας»· με αυτό σχετίζεται και η αχνή παρουσία του Σωκράτη, που έκφρασε στην πλατωνική φιλοσοφία την εκδοχή του λεγόμενου «φιλοσοφικού θανάτου». Τελευταίο βιβλίο του Σεφέρη είναι τα Τρία κρυφά ποιήματα (1966), που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν κάμψη (με συγκριτικά καλύτερο το τρίτο: Θερινό ηλιοστάσι
Η ποίηση του Σεφέρη, δύσκολη στην κατάκτηση των εκφραστικών της τρόπων από τον αναγνώστη, επηρέασε παρόλα αυτά πολλούς από τους νεώτερους ποιητές, αποσπώντας τους από την οικεία στην ελληνική ιδιοσυγκρασία περισσολογία, διδάσκοντάς τους την αφαιρετική επεξεργασία της πυκνής – και με τη διανοητική μέθεξη – ποιητικής εικόνας. Ο Σεφέρης αγάπησε τον τόπο του και την ιστορία του, αν και τα είδε, και τα δύο, σαν ένα τρόπο να εκφράσει τη δική του στάση απέναντι στη ζωή, στάση χαρακτηριζόμενη από ένα βαθύτερο απελπισμό. Τα γκρεμισμένα μνημεία της αρχαίας δόξας, ο στεγνός τόπος, οι εθνικές τραγωδίες εδραίωσαν στην ψυχή του τη βεβαιότητα της έλλειψης, της φθοράς και της μοναξιάς, ενώ παράλληλα του έθρεψαν μια αξεδίψαστη ζωική λαχτάρα, την οποία σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε να εξισορροπήσει και να μετριάσει.
Εκτός από το καθαρά ποιητικό του έργο έγραψε και δοκίμια (
Δοκιμές, 1944, β’ έκδοση 1962) και φιλοτέχνησε μεταφράσεις έργων του Βαλερύ (Η βραδιά με τον κύριο Τεστ, 1928) και κυρίως, του Έλιοτ, ο οποίος τον επηρέασε γόνιμα και στην ποίησή του (Έρημη χώρα, 1936 έκδοση 1949, Φονικό στην εκκλησιά, 1963 κ.ά.). Αργότερα ασχολήθηκε και με τη μετάφραση κειμένων της Π. Διαθήκης (Ασμα ασμάτων. 1962, 1967, Η αποκάλυψη του Ιωάννη, 1966). Με τα δοκίμιά του, όταν δε συζητά τα αιώνια προβλήματα της τέχνης, σκύβει με αληθινή αγάπη στην ελληνική λαϊκή παράδοση, αναζητώντας τα στοιχεία, που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν σε μια ουσιαστική εθνική αυτογνωσία (Ερωτόκριτος, Μακρυγιάννης, Θεόφιλος).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *