Σινασίτες χαβιαράδες στην Πόλη

Τρύφων Γαπασαχάλογλου

Η Σινασός είναι κωμόπολη στην Καππαδοκία, 53 χλμ. νοτιοδυτικά της Καισάρειας. Οι κάτοικοι της πριν το 1924 ήταν Έλληνες ελληνόφωνοι και Λίγοι Τούρκοι. Ήδη από τον 18ο αιώνα οι Σινασίτες, όπως και άλλοι Καππαδόκες κυρίως της περιφέρειας Καισάρειας, εγκατέλειπαν την πατρίδα τους για τις εμπορικές πόλεις του Αιγαίου, της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου.
Ο τόπος όμως που αποτέλεσε το μεγαλύτερο χωνευτήρι Καππαδοκών μεταναστών και έγινε η έδρα των εμπορικών τους δραστηριοτήτων ήταν η Κωνσταντινούπολη. Έπαιρναν, λοιπόν, «του Πόλης τη στράτα» και ξεκινούσαν μια νέα ζωή, «πιάνισκαν παράδια» (έκαναν λεφτά) και σιγά σιγά έφερναν κοντά και τις οικογένειές τους. Έτσι δημιουργήθηκε μια ισχυρή παροικία Σινασιτών στην Πόλη, που ευεργέτησαν πολλαπλώς τη μικρή τους πατρίδα.
Το κυριότερο επάγγελμα των ξενιτεμένων Σινασιτών ήταν του χαβιαρά. Πρόκειται στην ουσία για μια ολόκληρη βιοτεχνία και εμπόριο αλιπάστων ψαριών της Μαύρης Θάλασσας και της Προποντίδας (σαρδέλα, χαμψί -είδος γαύρου-, τσίρος, λακέρδα, σκουμπρί), καθώς και χαβιαριού. Το μαύρο και κόκκινο χαβιάρι ερχόταν από την Οδησσό και το Αστραχάν της Ρωσίας. Τα χαβιαράδικα των Σινασιτών στην Πόλη και στο Γαλατά ήταν περίπου 20-25. Ήταν μάλιστα οργανωμένοι σε συντεχνία (εσνάφι των χαβιαρτζήδων). Κάθε χαβιαρτζίδικο ήταν και μια εταιρία και συνήθως όλοι, όσοι δούλευαν εκεί, ήταν συγγενείς. Ο πιο μεγάλος στην ηλικία, ο διευθύνων νους, ήταν ο μάστορης. Σε κάθε μαγαζί μπορούσαν να υπάρχουν και δυο ή τρεις μαστόροι. Μετά τους μαστόρους, ακολουθούσε ο νταζγιαχτάρης, αυτός που αναλάμβανε τα οικονομικά του μαγαζιού. Έπειτα, ο κόφτης, ο τεχνίτης στο κόψιμο της παλαμίδας και επόπτης στο αλάτισμα των ψαριών. Στη συνέχεια, ήταν οι καλφάδες, που πάστωναν το ψάρι, και τέλος οι μούτσοι, που αναλάμβαναν την καθαριότητα του μαγαζιού και τα θελήματα των υπολοίπων.
Το χαβιαρτζίδικο αποτελούνταν από δυο κτήρια, το αργαστήρ’ και το ντουζλαϊτσίδικο. Το αργαστήρ’ ήταν το κυρίως μαγαζί, όπου συσκευάζονταν και πωλούνταν τα εμπορεύματα, με τις αποθήκες και τις αίθουσες, όπου έμεναν οι υπάλληλοι. Το ντουζλαϊτσίδικο (αλατάδικο) βρισκόταν κοντά στον Μπαλούκχανά (Ψαραγορά) του Γαλατά κι εκεί γινόταν το πάστωμα των ψαριών. Το επάγγελμα του χαβιαρά βοήθησε τους Σινασίτες να αναδειχτούν οι ίδιοι στην Πόλη, αλλά και να αναδείξουν το χωριό τους σε πρότυπο ελληνικής κωμόπολης στην Ανατολή. Με την ανταλλαγή όμως των πληθυσμών το 1924, οι Σινασίτες χαβιαράδες καταφύγανε στην Ελλάδα, ενώ όσοι έμειναν στην Πόλη άλλαξαν δουλειές. Στην Ελλάδα δεν δημιουργήθηκε κανένα σινασίτικο χαβιαράδικο.

Βασίλης Γιορανίδης

Κτητορική επιγραφή του ναού του Αγ. Γεωργίου στο Κουζγκουντζούκ του Βοσπόρου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *