Σούλι

Σούλι
Ιστορική περιοχή της Ηπείρου, στο
νομό Θεσπρωτίας, στις δυτικές πλαγιές των ομώνυμων βουνών. Τα βουνά αυτά είναι ορεινό συγκρότημα στο ανατολικό τμήμα του νομού Θεσπρωτίας. Περιλαμβάνει τα όρη Μούργκα (1340 μ.), Ζαβρούχο (1137 μ.) και Τούρλια (1082 μ.)· Στους πρόποδες των βουνών αυτών υψώνονται δυο λόφοι, ο ένας απέναντι στον άλλο: το Κούγκι, πάνω στο οποίο είναι χτισμένο το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, και η Κιάφα, όπου βρίσκεται φρούριο. Απέναντι από το Κούγκι υψώνεται άλλος λόφος, πάνω στον οποίο είναι χτισμένος ο ναός του Αγίου Δονάτου, όπου συγκεντρώνονταν οι Σουλιώτες κατά τα Γενικά τους Συνέδρια. Πάνω από το χωριό Κιάφα υπάρχει ο βράχος της Μπίρας (Τρύπας), το ΒΔ μέρος του οποίου λέγεται Μπρέκε Βετερίμε (= Ράχη της Αστραπής). Η όλη περιοχή είναι άγρια και ορεινή και, όπως έλεγε ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος, με τους απόκρημνους «υψηλούς διαβοήτους βράχους», μοιάζει με γιγαντιαίο φρούριο, του οποίου πύργοι και επάλξεις μπορούν να θεωρηθούν οι βουνοκορφές.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Χριστόφορου Περραιβού, το Σούλι και τα χωριά του συνοικίστηκαν μεταξύ του 16ου και των αρχών του 17ου αι. από κάτοικους των γύρω χριστιανικών χωριών της Θεσπρωτίας, που θέλησαν να αποφύγουν τις καταπιέσεις των Οθωμανών. Οι φυγάδες αυτοί έχτισαν τέσσερα κυρίως χωριά, το Σούλι, την Κιάφα, τη Σαμονίβα και τον Αβαρίκο. Οι κάτοικοι των χωριών αυτών ήταν χωρισμένοι σε φάρες, από τις οποίες οι σπουδαιότερες ήταν αυτές που δοξάστηκαν στους πολέμους των Σουλιωτών με τον Αλή πασά και κατά την Επανάσταση του 1821 (Τζαβελαίοι, Μποτσαραίοι, Κουτσονικαίοι, Φωτομαραίοι κλπ.). Οι πρώτοι κάτοικοι των χωριών αυτών ήταν αλβανόφωνοι χριστιανοί. Η εθνική συνείδηση τους όμως τους έκανε θανάσιμους εχθρούς των Τουρκαλβανών και σύνδεσε από την αρχή τη μοίρα τους με τους Έλληνες. Επειδή το φτωχό, βραχώδες έδαφος των χωριών του Σουλίου δεν ήταν δυνατό να θρέψει τους κάτοικους, οι Σουλιώτες γρήγορα εγκατάλειψαν την ειρηνική, κτηνοτροφική τους ενασχόληση, για να αφιερωθούν στις ληστρικές επιδρομές εναντίον των γειτονικών χωριών, μουσουλμανικών, αλβανικών, χριστιανικών, ελληνικών, χωρίς διάκριση. Αυτό ανάγκασε τελικά τους κατοίκους των χωριών αυτών να δεχτούν μία μορφή υποταγής στους σκληροτράχηλους Σουλιώτες, στους οποίους χορηγούσαν τακτικά ένα είδος φόρου σε χρήματα ή σε είδος. Αλλά και οι κάτοικοι του Σουλίου ήταν υπόχρεοι ενός μικρού έστω φόρου προς την τουρκική διοίκηση, τουλάχιστον κατά τις ειρηνικές περιόδους. Η κατάσταση αυτή έγινε χρόνια για αρκετό διάστημα και τα χωριά του Σουλίου οργανώθηκαν, με βάση αυτό το καθεστώς, σε μία ομοσπονδία, το «Τετραχώρι», στην οποία οι Σουλιώτες αναλάμβαναν την τέχνη του πόλεμου και οι περίοικοι τη φροντίδα του επισιτισμού τους. Στην αυτόνομη αυτή ομοσπονδία καθιερώθηκαν σύντομα χαρακτηριστικοί νόμοι και θέσμια, νομοθετικά και εκτελεστικά σώματα, επίσημες στρατιωτικές δυνάμεις κ.ά. Από τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αι. οι κάτοικοι του Τετραχωριού αυξάνονταν εξαιτίας της συρροής φυγάδων από τα γειτονικά χωριά, όπου οι εξισλαμισμοί είχαν κάνει αβίωτη τη ζωή των υπόλοιπων χριστιανών. Το 1720 περίπου οι κάτοικοι της σουλιώτικης ομοσπονδίας έφτασαν τους 2500, από τους οποίους οι πεντακόσιοι είναν αναλάβει m φροντίδα της στρατιωτικής άμυνας του Σουλίου Από τα μέσα του 18ου αι. οι πολεμικές επιχειρήσεις των Σουλιωτών μετατρέπονται από αμυντικές σε επιθετικές, γεγονός που επιτάθηκε εξαιτίας των σοβαρών επισιτιστικών προβλημάτων της ομοσπονδίας, τα οποία πάλι είχε δημιουργήσει η αύξηση του αριθμού των χωριών και η μαζική ανάλογη αύξηση του πληθυσμού της. Το 1741 οι Σουλιώτες κατάλυσαν την τουρκική εξουσία στα γειτονικά χωριά Αλποχώρι, Παλαιοχώρι, Σκιαδά και Ρουσιάτσα, το 1744 στα χωριά Τσεκούρι, Περχάτι, Γκιόναλα, Κουτάτες, Βίλια, Ζαβρούχο, Αγόρανα και Σεριζιανά. Στα 1746-1760 πολλά χωριά της πεδιάδας του Φαναριού περιήλθαν στη φορολογική δικαιοδοσία των Σουλιωτών. Το 1760 νέες επιχειρήσεις δημιούργησαν μια σουλιώτικη επικυριαρχία σε όλη σχεδόν τη νοτιοανατολική Ήπειρο (που ονομαζόταν τώρα Παρασούλι ή Παρασούλια), όπου εκτός από τους Σουλιώτες κατοικούσαν 12.000 σύμμαχοι τους, οι λεγόμενοι Παρασουλιώτες. Η κατάσταση αυτή διευκόλυνε στην αρχή και τα τουρκικά συμφέροντα (εφόσον οι Παρασουλιώτες ήταν συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις) και τα βενετικά, επειδή η σουλιώτικη «επικράτεια» αποτελούσε ένα είδος ασπίδας μεταξύ των βενετικών κτήσεων (Πάργα, Πρέβεζα) και των Οθωμανών. Για τον ίδιο λόγο οι Σουλιώτες ευνοήθηκαν και από τους Γάλλους, που διαδέχτηκαν τους Βενετούς στις ηπειρωτικές και επτανησιακές τους κτήσεις. Οι στενές ωστόσο σχέσεις μεταξύ του Σουλίου και των εχθρών της Πύλης (Βενετών και Γάλλων) προκάλεσαν σύντομα την αντίδραση των Τούρκων, οι οποίοι δεν αντέδρασαν τελικά στις προσπάθειες του Αλή πασά να υποτάξει το Τετραχώρι.

Από την άλλη μεριά, η αυτονομία και οι αυθαιρεσίες του Σουλίου ήταν φυσικό να προκαλέσουν την αντίδραση και των τοπικών μουσουλμάνων ηγετών, ιδίως των πασάδων των Ιωαννίνων (σοβαρή στάθηκε η σύγκρουση Σουλιωτών και Χατζή Αχμέτ στα 1731/2, του Μουσταφά πασά το 1754 κ.ά.), των μπέηδων και αγάδων του Δελβίνου, του Γαρδικιού και προπάντων του Μαργαριτιού. Από όλες ωστόσο αυτές τις κρίσεις οι Σουλιώτες βγήκαν αλώβητοι, εκτός από τους περιβόητους πόλεμους τους εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή (1788-1803). Η πρώτη μεγάλη εκστρατεία του σατράπη των Ιωαννίνων του Σουλίου πραγματοποιήθηκε χωρίς επιτυχία το 1791. Την ίδια τύχη είχε και η δεύτερη απόπειρα του Αλή το 1792. Μόνο κατά την τρίτη, τη συστηματικά οργανωμένη εκστρατεία του 1802, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να αποσυρθούν στο Κούγκι και εκεί, ύστερα από στενή πολιορκία, να συνθηκολογήσουν εξαιτίας της έλλειψης τροφής, νερού και πολεμοφοδίων. Στις 15 Δεκεμβρίου 1803 οι Σουλιώτες εγκαταλείψαν τα χωριά τους (μόνο ο Σαμουήλ έμεινε για να ανατιναχτεί με την πυριτιδαποθήκη του μοναστηριού του στο Κούγκι) και κατευθύνθηκαν άλλοι στη ρωσοκρατούμενη Πάργα, άλλοι προς το Λούρο (όπου αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τους παρασπονδήσαντες Τουρκαλβανούς και να αγωνιστούν στο θρυλικό Ζάλογγο) και άλλοι προς τα Τζουμέρκα. Από τα Τζουμέρκα οι Σουλιώτες στράφηκαν προς τη μονή του Σέλτσου (όπου επαναλήφθηκε το δράμα του Ζαλόγγου), για να καταλήξουν, όσοι σώθηκαν, στο Αγρίνιο, στη Ναύπακτο, στο Μεσολόγγι και στα Επτάνησα.

Κατά την εποχή της διαμάχης Αλή πασά – Υψηλής Πύλης οι Σουλιώτες πήραν, με σκοπό να ξανακερδίσουν την πατρίδα τους, πότε το μέρος του ενός και πότε του άλλου αντίπαλου. Ύστερα από αλλεπάλληλους αγώνες κατόρθωσαν να ξανακατοικήσουν στο Τετραχώρι στις 12 Δεκεμβρίου 1820. Η Πύλη ωστόσο προτίμησε τη διάλυση των πιστών τώρα σύμμαχων του Αλή και το έργο αυτό ανάλαβε ο Χουρσίτ πασάς και, μετά την αποτυχία του, ο Ομέρ (Βρυώνης) πασάς. Στο μεταξύ ξεσπά η ελληνική Επανάσταση, η οποία σπεύδει να βοηθήσει τους πολιορκούμενους Σουλιώτες με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και το Μαυροκορδάτο. Η επιχείρηση όμως αυτή των Ελλήνων απότυχε, ιδίως μετά τη μάχη στο Πέτα, γεγονός που ανάγκασε τους Σουλιώτες να συνθηκολογήσουν με τον Ομέρ Βρυώνη και να εγκαταλείψουν, αυτή τη φορά οριστικά οι περισσότεροι, την πατρίδα τους (28 Ιουλίου 1821). Άλλοι κατάφυγαν στα Επτάνησα. Μεγάλο μέρος όμως από τις σπουδαιότερες φάρες των Σουλιωτών ήρθε στο Μεσολόγγι, όπου αγωνίστηκε στο πλευρό των άλλων Ελλήνων κατά την πολιορκία (μισθοδοτούμενο συνήθως από το λόρδο Βύρωνα), και, μετά την Έξοδο, και σε άλλες πολεμικές συγκρούσεις, ως τη λήξη της Επανάστασης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *