Τα καπνά της Τραπεζούντας

Στον δυτικό παράλιο Πόντο βρίσκεται χτισμένη η Αμισός (Σαμψούντα), η οποία αναδείχτηκε σε σημαντικό Λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας από τα μέσα του 19ου αιώνα. Στα 1914 αριθμεί περίπου 40.000 κατοίκους, από τους οποίους οι μισοί είναι Έλληνες (ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι) και οι υπόλοιποι Τούρκοι, Αρμένιοι, Πέρσες και Ευρωπαίοι. Οι Έλληνες εποίκισαν την πόλη στα τέλη του 18ου αιώνα, προερχόμενοι από την Καππαδοκία, (ιδιαίτερα από την περιφέρεια Καισάρειας), από διάφορες πόλεις του Πόντου (Οινόη, Σινώπη, Αμάσεια, Τοκάτη κλπ.), από τα χωριά γύρω από την πόλη, αλλά και από τον ελλαδικό χώρο (Μυτιλήνη, Πελοπόννησο, Μέγαρα κ.ά.). Το κυριότερο εξαγωγικό προϊόν ολόκληρης της περιφέρειας Σαμψούντας, καθώς και των γειτονικών περιφερειών Πάφρας και Τσαρσαμπά, ήταν ο καπνός.

Η εκλεκτή ποικιλία και το ιδιαίτερο άρωμά τους έκαναν περιζήτητα τα ποντιακά καπνά, που η παραγωγή τους ολοένα μεγάλωνε και τελικά έδωσε στην πόλη τέτοια πρόοδο και ώθηση, ώστε σε λιγότερο από έναν αιώνα να εξελιχθεί από ασήμαντο λιμανάκι σε κοσμοπολίτικη μεγαλούπολη της εποχής. Υποστηρίζεται πως η καλλιέργεια του καπνού στην περιοχή ξεκινά μετά το 1814. Οι Έλληνες κάτοικοι των 260 περίπου χωριών της περιφέρειας ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την καπνοκαλλιέργεια. Από το 1885 το εμπόριο καπνού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μονοπωλήθηκε από τους Γάλλους. Ένας εξπέρ (ειδικός) του μονοπωλίου καπνού της Regie des Tabacs Ottomans επισκεπτόταν τα χωριά, για να εκτιμήσει τα καπνά και να τα καπαρώσει. Έπειτα, ο χωρικός κατέβαινε στην πόλη να τα πουλήσει. Οι αποθήκες και τα γραφεία των καπνεμπόρων βρίσκονταν στο Τουτούν Μερκεζί (Αγορά Καπνών). Κάθε χωρικός είχε εκεί τον δικό του έμπορο, στον οποίο πουλούσε τα καπνά του και δανειζόταν χρήματα, σε περίπτωση ανάγκης. Οι περισσότεροι καπνέμποροι της Αμισού ήταν Καϊσερλήδες στην καταγωγή. Τόσο η παραγωγή, όσο και η διάθεση του καπνού βρισκόταν κυρίως σε χέρια ελληνικά, όπως προκύπτει από στατιστικά στοιχεία της Regie. Το 60% των καπνών αγοραζόταν από Έλληνες καπνεμπόρους, το 15% από αμερικάνικη εταιρεία, το 10% από τη Regie, το 10% από Αρμενίους και μόνο το υπόλοιπο 5% από Τούρκους καπνεμπόρους. Στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου υπολογίζεται πως η παραγωγή έφτασε στα 4.000.000 κιλά, ενώ το 1917 έπεσε στα 315.000 κιλά, λόγω της εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής. Μετά το 1910 ξεκίνησε μια μικρή αποδημία κυρίως νέων προς τον ρωσικό Καύκασο. Εκεί νοίκιαζαν από Κοζάκους γαιοκτήμονες χέρσες εκτάσεις, τις ξεχέρσωναν και φύτευαν καπνά. Η τσαρική κυβέρνηση ευνοούσε τις κινήσεις αυτές, αφενός για να αναπτυχθεί στη Ρωσία η καπνοπαραγωγή και αφετέρου για να μεταδοθεί στους Ρώσους η τέχνη της καπνοκαλλιέργειας. Τα ελάχιστα υπολείμματα των Ελλήνων της περιφέρειας Σαμψούντας, που αποδεκατίστηκαν από το 1916 ως το 1922, έφτασαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν οι μεν αστοί στις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Δράμα, Καβάλα), οι δε χωρικοί κυρίως στους καπνοπαραγωγικούς νομούς Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης και Πρέβεζας, όπου συνέχισαν την καπνοκαλλιέργεια.

Μέχρι σήμερα τα καπνά τύπου Bafra και Samsun θεωρούνται εκλεκτά κι αποτελούν σπουδαίο εξαγώγιμο προϊόν της Τουρκίας. Περίφημες για τα καπνά τους ήταν επίσης και οι περιοχές της Προύσας και της Σμύρνης.

Βασίλης Γιορανίδης

Εικ. 1: Υπάλληλοι της Rtgie des Tabacs Ottomans, 21/5/1906.

Εικ. 2: Εσωτερική άποψη καπνεργοστασίου της R0gie des Tabacs Ottomans.

Εικ 3: Μεταφορά καπνών με καμήλες από τη Μπάφρα στη Σαμψούντα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.