Της Αρτας το γεφύρι

Άραχθος ποταμός

Ποταμός της Ηπείρου, μήκους 110 χλμ. Έχει λεκάνη με έκταση 1890 τ.χλμ. Πηγάζει από τη θέση Οξυά του Δεσπότη και χύνεται στον Αμβρακικό κόλπο. Λέγεται και ποτάμι της Αρτας. Σ’ ένα του τμήμα, κοντά στις πηγές του, ονομάζεται Μετσοβίτικος. Ο Μετσοβίτικος δέχεται τα νερά του Διπόταμου ή Μπαλντούμα, στο υψίπεδο των Ιωαννίνων και από το σημείο αυτό λέγεται πια Αραχθος. Ως Αραχθος δέχεται τα νερά των Καλαρρυτινού ή Ντουβιάνα ή Συρράκου και, αργότερα, του Καλεντίνη ή Σαραντάπορου.

Ε, και τι έγινε!!!

Τίποτε, απλά είναι ο ποταμός που έχει το ξακουστό γεφύρι της Άρτας.

Της Αρτας το γεφύρι, η περίφημη γέφυρα του Αραχθου, που το θεμελίωμά της είναι συνδεμένο με το θρύλο, από τον οποίο προήλθε το γνωστό δημοτικό τραγούδι. Κοντά στο παλιό γεφύρι έχει κατασκευαστεί σήμερα μια σύγχρονη γέφυρα μήκους 135 μέτρων, η οποία εξυπηρετεί την συγκοινωνία.

To Γεφύρι της Άρτας είναι η λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Αράχθου, του 17ου αιώνα μΧ, στην πόλη της Άρτας, που έγινε πασίγνωστη από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην “εξ ανθρωποθυσίας” θεμελίωσή του. Ο ίδιος όρος αποτελεί επίσης σύγχρονη μεταφορική έκφραση όταν αναφέρονται έργα τα οποία αργούν να ολοκληρωθούν όπως και στο θρύλο του τραγουδιού (“Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν”).

Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας, είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό βέβαια το χρωστάει στο θρύλο για τη “θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα”, που η λαϊκή μούσα τον έκανε τραγούδι. Η αρχική κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται στα χρόνια επί βασιλέως Πύρρου Α.

Το μήκος του πέτρινου γεφυριού φτάνει στα 145 m, και το πλάτος του είναι 3,75 m. Οι τέσσερις ημικυκλικές καμάρες δεν έχουν καμία συμμετρία μεταξύ τους. Τα βάθρα του είναι κτισμένα με μεγάλους κανονικούς λίθους κατά το ισοδομικό σύστημα, με επίστεψη, έτσι που θυμίζουν τοιχοποιία ελληνιστικών μεγάρων. Αυτή λοιπόν η δομή των βάθρων μαρτυρεί ότι το γεφύρι θεμελιώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, και πιθανότατα είναι έργο του Πύρρου Α (3ος π.χ. αιώνας).

Το έτος 1881, όταν, με συμφωνία, απελευθερώθηκε η Άρτα, το γεφύρι ήταν το σύνορο της ελεύθερης Ελλάδας με την τουρκοκρατημένη Ελλάδα. Το διώροφο νεοκλασικό κτίριο στο δυτικό άκρο του γεφυριού, που κτίστηκε το έτος 1864 μΧ από αυστριακό αρχιτέκτονα και σήμερα στεγάζει το Λαογραφικό μουσείο της Άρτας, αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως Οθωμανικό φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα, μετά το έτος 1881 μΧ, ως μεθοριακός σταθμός, Τελωνείο των Τούρκων.

Στην ανατολική όχθη του Αράχθου, κοντά στην αρχή της γέφυρας, μπροστά στην ταβέρνα-καφετέρια «Πρωτομάστορας» σώζεται ο μεγάλος πλάτανος του Αλή Πασά. Λέγεται ότι στον ίσκιο του καθόταν ο Αλή πασάς Τεπελενλής και απολάμβανε κρεμασμένους απ’ τα κλαδιά του όσους είχε καταδικάσει σε θάνατο με απαγχονισμό. Σ’ αυτό το μακάβριο θέαμα μας μεταφέρει το δημοτικό τραγούδι: «Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό; Αλή πασάς επέρασε και δεν μπορώ να πιώ».

Το δημοτικό ποίημα: Της Άρτας το Γιοφύρι

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
“Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.”
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
“Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.”

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
“Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.”

Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
“Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
“Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιός να μπει, και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι νά ‘βρει;”
“Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά ‘βρω.”
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
“Τράβα, καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα.”

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
“Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ‘χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.”

“Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο ‘χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.”
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
“Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.


.Περισσότερα

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%BF_%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%8D%CF%81%CE%B9_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%86%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%82

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *