Το κλαρίνο

To κλαρίνο είναι σχετικά σύγχρονο δημιούργημα. Τελειοποιήθηκε το 1690 στη Νυρεμβέργη της Γερμανίας από τον Χριστόφορο Ντένερ. Μεταγενέστερα βελτιώθηκε ακόμη περισσότερο. Λέγεται ότι εισήχθη στον βαλκανικό χώρο κατά τη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης από τους Οθωμανούς και πρωτοεμφανίστηκε στις οθωμανικές στρατιωτικές μπάντες. Από εκεί ξεκίνησε η εξάπλωση του σε όλο το βαλκανικό και κατ’ επέκταση στον ελληνικό χώρο. Ως λαϊκό μουσικό όργανο χρησιμοποιείται ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Χάρη στις μεγαλύτερες τεχνικές και εκφραστικές δυνατότητες που έχει, σε σύγκριση με τον ζουρνά, σιγά σιγά τον παραμερίζει και παίρνει γρήγορα την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά όργανα. Στις αρχές του 20ού αιώνα όλες σχεδόν οι κομπανίες της Μικράς Ασίας έχουν απαραίτητα και κλαρίνο.
Το κλαρίνο εμφανίζεται στις αστικές ορχήστρες της Σμύρνης και του Αϊβαλιού, σε κομπανίες των ελληνικών χωριών της Προποντίδας, της Προύσας και των νησιών του Μαρμαρά, σε Αρμένηδες και Έλληνες οργανοπαίκτες στα χωριά της Καππαδοκίας, στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και σε χίλια δυο μέρη. Ο πληθυσμός όμως, στην παράδοση του οποίου εισχώρησε τόσο πολύ, ώστε να γίνει ταυτόσημο με την μουσική του παράδοση, είναι ο Ελληνισμός του Καρς. Στο Καρς του Νότιου Καυκάσου μετοίκησαν Έλληνες του Ανατολικού Πόντου στα τέλη του 19ου αιώνα (1878), όταν η περιοχή επιδόθηκε στη Ρωσία, και εποίκισαν 78 χωριά. Μαζί τους έφεραν από τις πατρίδες τους τα μουσικά τους όργανα (κεμεντζέ, ζουρνά, αγγείον κλπ.). Στο νέο πλέον περιβάλλον, εισέρχεται από την αυτοκρατορική Ρωσία το κλαρίνο και μαζί του φέρνει μελωδίες και σκοπούς που γρήγορα γίνονται αγαπητοί και αφομοιώνονται από τους ελληνικούς πληθυσμούς. Οι Καρσλήδες επιβάλλουν το κλαρίνο στην παραδοσιακή τους μουσική και αυτό γίνεται το κυρίαρχο μουσικό τους όργανο. Αν και τα υπόλοιπα όργανα δεν σταμάτησαν να παίζονται, το κλαρίνο εισχώρησε τόσο πολύ και τόσο βαθιά στην παράδοσή τους, που επηρέασε το σύνολο της μουσικοχορευτικής τους παράδοσης. Όργανο μελωδικό, ιδανικό τόσο για κλειστούς, όσο και για ανοιχτούς χώρους, έγινε γρήγορα αγαπητό κι απαραίτητο σε όλες τις διασκεδάσεις. Όταν έφταναν οι καραβιές των προσφύγων από τον Καύκασο στην Ελλάδα, από το 1919 έως το 1922, το κλαρίνο δε σταμάτησε να παίζει πάνω στα βαπόρια και να προκαλεί μεγάλη συγκίνηση. Στην Ελλάδα συνέχισε να παίζεται από τους πρόσφυγες πρώτης γενιάς, ενώ πέρασε πιο εύκολα και στις νεότερες, σε περιοχές της Μακεδονίας, όπου εγκαταστάθηκαν Καρσλήδες, από τη Φλώρινα ως τη Δράμα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *