Το λεφτοκάριν της Κερασούντας

Η Κερασούντα ιδρύθηκε στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. στον παράλιο Πόντο. Κατά τα νεότερα χρόνια, ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πόλη του Πόντου μετά την Τραπεζούντα και την Σαμψούντα. Οι κάτοικοι της, στην πλειοψηφία τους Έλληνες, ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο. Παρόλο που το όνομα της η πόλη το χρωστάει στην κερασιά, την οποία μετέφερε από εκεί ο Λούκουλλος στη Ρώμη και έτσι εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη, το κυριότερο εξαγωγικό προϊόν της ήταν το φουντούκι. Το φουντούκι, που στα ποντιακά λέγεται λεφτοκάριν (από το αρχ. ελλ. Λεπτοκάρυον), ευδοκιμεί σε ορεινούς τόπους μι υγρό χώμα. Η καταλληλότητα της περιοχής ανέδειξε το φουντούκι στο νούμερο ένα εξαγωγικό προϊόν τόσο στα χρόνια πριν το 1922, όσο και σήμερα. Υπολογίζεται μάλιστα πως η παραγωγή στις αρχές του 20ού αιώνα έφτανε τους 50-60.000 τόνους. Χωρικοί, βιομήχανοι, εργάτες, πλοιοκτήτες, μπλέκονταν όλοι οι ένα δίκτυο συλλογής, επεξεργασίας και προώθησης του καρπού, που ξεκινούσε από τα αμέτρητα χωριά της περιοχής, περνούσε από την πόλη και κατέληγε με τα κερασουντέικα πλοία στα λιμάνια του Ευξείνου, της Ευρώπης, ακόμα και της Αμερικής.

Το αρχικό στάδιο της επεξεργασίας των φουντουκιών γινόταν από τους χωρικούς και περιελάμβανε την αφαίρεση του πρώτου περιβλήματος του φουντουκιού (το κάζιν). Στο δεύτερο στάδιο γινόταν η αποξήρανση στις αυλές των σπιτιών, αλλά και στις ταράτσες κτηριακών συγκροτημάτων για την επεξεργασία του φουντουκιού, που λέγονταν χάνια. Το τρίτο στάδιο περιελάμβανε το σπάσιμο του φλοιού και τη διαλογή του καρπού. Η διαδικασία αυτή παλαιότερα γινόταν χειρωνακτικά. Έσπαζαν δηλαδή σε χερόμυλους τα ξεραμένα φουντούκια, τα άδειαζαν σε μεγάλα χαμηλά τραπέζια και οι εργάτριες ξεδιάλεγαν τον καρπό (το καντζίν) από τον φλοιό (το τζέπλιν), καθώς και τους ακέραιους καρπούς από τους σπασμένους ή τους σάπιους. Οι σπασμένοι καρποί καταναλώνονταν από την τοπική αγορά, αφού πρώτα καβουρδίζονταν, ενώ οι ακέραιοι προορίζονταν για εξαγωγή. Από τις αρχές όμως του 20ού αιώνα, τα χάνια εξοπλίστηκαν με μηχανήματα. Οι μύλοι πλέον κινούνταν μηχανικά και έτσι αυτόματα γινόταν η διαλογή του καρπού από τα τζέπλια. Αυτό βέβαια έπληξε πολλές φτωχές οικογένειες, γιατί έμειναν άνεργα πολλά καντζοκόριτσα. Το φουντούκι, εκτός των μεγάλων εξαγωγών, έδινε στους ντόπιους μια τεράστια γκάμα υποπροϊόντων, όπως την ψίχα, τα τζέπλια, που χρησίμευαν ως καύσιμη ύλη, και το φουντουκέλαιο, πολύ εύγευστο, υγιεινό, με λίγα οξέα, το οποίο, ελλείψει ελαιολάδου,το χρησιμοποιούσαν ευρύτατα. Οι χωρικοί από τα σάπια φουντούκια έβγαζαν λάδι που χρησιμοποιούσαν για τα λυχνάρια, ενώ γέμιζαν με ξερά κάζια τα πρόχειρα στρώματά τους, που τα έλεγαν ταλάσια.

Μετά το βίαιο ξεριζωμό τους το 1922-23, οι Κερασούντιοι έπαψαν την ενασχόληση με το φουντούκι, καθώς οι φουντουκιές που φυτεύτηκαν στη Μακεδονία δεν ευδοκίμησαν ποτέ όπως στον Πόντο και δεν απέδωσαν σε ποιότητα και ποσότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.