Το ντέφι

Το ντέφι (τουρκ. def) είναι ένας ξύλινος κύλινδρος με διάμετρο μεγαλύτερη από το ύψος του, σκεπασμένος στη μια μόνο βάση του με δέρμα, συνήθως γάτας. Πρόκειται για ένα ρυθμικό όργανο που παίζεται με τα χέρια, απλό, ελαφρύ και εύχρηστο, κάτι που το είχε καταστήσει απαραίτητο σε κάθε σπίτι των Ρωμιών της Καππαδοκίας. Εκτός όμως από την Καππαδοκία, όπου η χρήση του ήταν εκτεταμένη, παιζόταν και σε πολλές άλλες περιοχές της Μ. Ασίας, σε παραλιακές πόλεις του Πόντου κ.α.
Το ντέφι είτε συνόδευε άλλα όργανα (βιολί, ούτι, σάζι και κλαρίνο) είτε παιζόταν μόνο του, ελλείψει άλλων οργάνων. Αυτά χαρακτηρίζονταν ως «ιντζέ τσαλγκί» (λεπτά όργανα), τα έπαιζαν κυρίως Αρμένηδες μουσικοί και δεν βρίσκονταν συχνά στα χωριά των Ρωμιών. Μοναδική συνοδεία πολλές φορές, η φωνή του ντεφτσή, συνήθως σε αντικριστούς ανδρικούς και γυναικείους χορούς. Αντίθετα με άλλα όργανα, παιζόταν τόσο από άντρες όσο και από γυναίκες, διαφόρων ηλικιών, η καλλιφωνία των οποίων θεωρούνταν απαραίτητη, αφού έπρεπε οπωσδήποτε το τραγούδι να συνοδεύει τα ρυθμικά χτυπήματα του ντεφιού. Φυσικά οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πάρουν μέρος σε επαγγελματικές κομπανίες, ωστόσο υπήρχαν ξακουστές ντεφτσούδες, καταξιωμένες στα ελληνικά χωριά (όπως η Φωτίκα στη Σινασό), οι οποίες μάθαιναν το παίξιμο και τα τραγούδια από τις μεγαλύτερες.
Στην Καππαδοκία, το ντέφι κρατιέται και παίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Στηρίζεται, δηλαδή, ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού χεριού και από τον αντίχειρα του αριστερού. Τα τρία δάχτυλα του αριστερού χεριού δίνουν βοηθητικά χτυπήματα, ενώ ολόκληρη σχεδόν η παλάμη του δεξιού χεριού δίνει τα κύρια χτυπήματα. Ο ρυθμός του τραγουδιού, οι κινήσεις των χορευτών, αλλά και το γενικότερο κλίμα της διασκέδασης συμβάλλουν στα ζωηρότερα ενίοτε χτυπήματα του ντεφιού, ακόμα και στην ανύψωση του ψηλότερα απ’ το κεφάλι του ντεφτσή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *