Μετάβαση στο περιεχόμενο
Μενού
Tseneklidis Photography
  • Αυτοκίνητα
  • Εκδρομή
  • Θρησκεία
  • Ιστορία
    • Λαϊκή Παράδοση
  • Φύση
    • Βότανα
    • Διάστημα
    • Ζώα
    • Θάλασσα
    • Σπορ
    • Φυτά
  • Φωτογραφία
    • Εικαστικά
  • Επικοινωνία
    • Όροι Χρήσης
Tseneklidis Photography

‘Αδης

Δημοσιεύτηκε στις 2019-01-112019-01-10
Ο Άδης με τον κέρβερο.

Με τη λέξη αυτή, η αρχαία ελληνική μυθολογία εννοεί το θεό του «Κάτω Κόσμου» και τον «Κάτω Κόσμο». Ο θεός Άδης ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας, που πήρε μερίδιο του τον «Κάτω Κό­σμο», όταν έγινε η διανομή της εξουσίας του κόσμου, μετά τον πόλεμο των θεών με τους Τι­τάνες. Οι αδελφοί του, Ζευς και Ποσειδών, πιο τυχεροί, κέρδισαν στον κλήρο, ο πρώτος τη γη, και ο δεύτερος τη θάλασσα. Στον πόλεμο με τους Τιτάνες, ο Άδης φορούσε την κυνή, μια πε­ρικεφαλαία που τον έκανε αόρατο, γι’ αυτό κι ονομάστηκε Άιδης, που σημαίνει αόρατος. Στη σκοτεινή υπόγεια κατοικία του, ο Άδης βασίλευε μαζί με την Περσεφόνη, έκρινε τους νεκρούς και τιμωρούσε τις επιορκίες. Μερικοί έλεγαν πως ο Άδης συνοδεύει ο ίδιος τους νεκρούς στον Κάτω Κόσμο με το άρμα του, άλλες πηγές ό­μως παρουσιάζουν ως ψυχοπομπό θεό τον Ερ­μή. Ο Άδης είναι εχθρός κάθε ζωής, άκαρδος κι α­μείλικτος, μισητός από θεούς και ανθρώπους. Για την Περσεφόνη, έλεγαν πως χωρίς τη θέλησή της δεν μπορούσε κανείς να κατέβει στον Αδη, ούτε νεκρός, ούτε ζωντανός. Ο Πλούτων δε δεχόταν κανέναν ζωντανό στο βασίλειο του. Πολλοί ήρωες, όμως, περιφρόνησαν αυτή την παντοδυναμία του Πλούτωνα όπως ο Ορφέας, που μαλάκωσε τη σκληρή καρδιά του Πλούτω­να με τη λύρα του και πήρε πίσω την αγαπημέ­νη του Ευρυδίκη. Τόλμησαν επίσης να μπουν ο Πειρίθους, ο Θησέας και ο Ηρακλής, που έσπα­σε τα πλευρά του βοσκού του Άδη, Μενοιτίου και ανάγκασε την Περσεφόνη να τον ικετεύσει για να μην τη σκοτώσει. Οι Έλληνες πίστευαν πως ο κόσμος των νε­κρών, που αποτελούσε το βασίλειο του Άδη βρι­σκόταν στα σκοτεινά τρίσβαθα της γης. Ο χώ­ρος αυτός λεγόταν «εν Άδου (οίκφ)», «δόμος Άιδος» (στον Όμηρο), «Άιδος είσω». Η Ιλιάδα και οι μεταγενέστερες πηγές εμφανίζουν τον Άδη κάτω από τη γη, η Οδύσσεια όμως στα πέ­ρατα της γης, όπου ο Οδυσσέας έφτασε πλέοντας τη δυτική όχθη του ποταμού Ωκεανού. Ή­ταν μια ακτή με δέντρα άκαρπα, ψηλές μαύρες λεύκες και ιτιές (άλση της Περσεφόνης). Εκεί ζούσαν οι Κιμμέριοι, λαός μυθικός, που η ανή­λιαγη χώρα τους ήταν σκεπασμένη με αιώνια ο­μίχλη. Το έδαφος αυτής της περιοχής ήταν ένα λιβάδι με ασφόδελους, ένα θάμνο που φυ­τεύουν συνήθως στους τάφους. Ο χώρος του Άδη είναι τεράστιος, σκοτεινός, «ευρώεις» (μουχλιασμένος), τρομακτικός. Έχει μεγάλες πύ­λες, που κοντά τους έμεναν τα φρικώδη τέρατα Άρπυιες, που είχαν χέρια και πόδια ανθρώπου, νύχια αρπακτικού, σώμα φτερωτό, αυτιά αρ­κούδας, πρόσωπο παρθένου, χλωμό και πεινα­σμένο, γιατί ξερνούσαν ό,τι έτρωγαν, και φοβε­ρή κακοσμία. Τον Άδη φύλαγε ο Κέρβερος. Στην είσοδο του Άδη έμεναν όλα τα άγρια τέρα­τα, το Γήρας, οι Λύπες, οι Ασθένειες, ο Φόβος, ο Θάνατος, ο Ύπνος, η Διχόνοια, οι Ευμενίδες, η Σκύλλα και η Χάρυβδις, ο Βριάρεως, η Λερ­ναία Ύδρα, η Χίμαιρα, οι Γοργόνες, ο γίγας Γηρυόνης κ.ά. Όλη η περιοχή ήταν πολύ βρώ­μικη, μύριζε πίσσα και θειάφι. Οι Μοίρες έγρα­φαν σ’ ένα κατάλογο όλους όσοι έμελλαν να πε­θάνουν εκείνη την ημέρα, και η Άτροπος έδινε τον κατάλογο στον Ερμή, που ανέβαινε στον κόσμο και άγγιζε με το κηρύκειο τους μελλοθά­νατους. Έπειτα, τους οδηγούσε ως την Αχε­ρουσία λίμνη, όπου τους παράδινε στον Αιακό. Κατόπιν έμπαιναν στο πλοιάριο του Χάροντα, ενώ η Μοίρα Κλωθώ εξέταζε καθένα τους ποιος ήταν, πώς πέθανε κι αν είχε ταφεί το σώ­μα του. Όσοι δεν είχαν ταφεί ήταν υποχρεωμέ­νοι να μείνουν εκατό χρόνια άταφοι έξω από τον Άδη. Ο Χάρων, γιος του Ερέβους και της Νύχτας, ήταν ένας σκυθρωπός γέροντας. Καθέ­νας του πλήρωνε τον οβολό για τα πορθμεία, γι’ αυτό έβαζαν πάντα έναν οβολό στο στόμα των νεκρών. Έπειτα ο Ερμής και ο Χάρων γύ­ριζαν μόνοι πίσω, ενώ οι νεκροί πορεύονταν προς το Δικαστήριο ή Κριτήριο, όπου τους παρελάμβανε η Ερινύα Τισιφόνη, και τους έκρι­ναν ο Ραδάμανθυς, ο Μίνως και ο Αιακός. Ανά­λογα με τη ζωή που είχαν κάνει, οι νεκροί στέλ­νονταν στο Καθαρτήριο, στον Τάρταρο ή στα Ηλύσια, αφού πρώτα έπιναν νερό από τη λίμνη της Λήθης. Υπήρχαν επίσης περιοχές όπου βρί­σκονταν οι σκιές των βρεφών που πέθαναν στη γέννησή τους, οι ψυχές όσων σκοτώθηκαν άδι­κα, όσων αυτοκτόνησαν από απελπισία, όσων διακρίθηκαν στον πόλεμο και όσων σκοτώθη­καν για ερωτικούς λόγους.
Ο Τάρταρος, το δεσμωτήριο των ασεβών και των κακούργων, ήταν περικυκλωμένος από τους ποταμούς του Άδη, Πυριφλεγέθοντα (πύρι­νο ποταμό, που είχε φωτιά αντί για νερό) και Κωκυτό, που το νερό του αύξαινε από τα δά­κρυα των νεκρών. Υπήρχαν κι άλλα δυο ποτά­μια στον Άδη, η Στυξ, που αναφέρεται και στην Ιλιάδα, και που τα μαύρα της νερά έζωναν επτά φορές όλο τον Άδη, και ο Αχέρων, που χυνόταν στην Αχερουσία λίμνη και που τον χρησιμο­ποιούσε ο Χάρων για τη μεταφορά των νεκρών. Η Στυξ ήταν αδελφή του Χάροντα, και οι στύ­λοι του παλατιού της στον Άδη έφταναν ως τον ουρανό. Τα νερά της έτρεχαν κάτω από τη γη μέσα στη Νύχτα, μοιρασμένα σε δέκα μέρη. Το δέκατο και τελευταίο μέρος έπεφτε από μιαν απότομη πέτρα, κι ήταν ψυχρότατο και θανατη­φόρο. Όποιος ορκιζόταν στα νερά της Στυγός και παράβαινε τον όρκο του φυλακιζόταν στο. Τάρταρο, ακόμη κι αν ήταν θεός. Ο Αχέρων ή­ταν γιος της Δήμητρας που τον γέννησε σε μια σπηλιά της Κρήτης. Επειδή ανατράφηκε στο σκοτάδι και δεν άντεχε τον ήλιο, κατέβηκε στον Άδη και έγινε ποταμός. Ήταν περιτειχισμένος με τριπλό χάλκινο τείχος και είχε σιδερέ­νιες πύλες και χάλκινο έδαφος. Στην πύλη το. φρουρούσαν η Μέγαιρα κι οι Εκατόγχειρες. Γύρω του υπήρχε η Νύχτα χωρισμένη σε τρία τείχη για να μη φτάνουν μέσα οι ακτίνες του ή­λιου. Υπήρχε και ένας σιδερένιος πύργος. όπου. φρουρούσε η Τισιφόνη, με αιματόχρωμο ενδυμα. Τους ασεβείς τιμωρούσαν στον Τάρταρο οι Ερινύες, χτυπώντας τους με μαστίγια από φίδια και καίγοντάς τους με αναμμένες λαμπάδες. Πίσω τους είχαν γι’ ακολούθους τον Τρόμο, την  Μανία και άλλα τέρατα. Στον Τάρταρο έμεναν αιώνια μερικοί που είχαν καταδικαστεί από τους θεούς. Οι ψυχές των νεκρών ήταν απλές εικόνες των παλιών τους εαυτών, χωρίς πνεύμα ή συνείδηση. Μόνο ο μάντης Τειρεσίας αναφέρεται πως διατήρησε στον Άδη τη συνείδησή του και την κρίση του, κατά παραχώρηση της Περσεφόνης. Αλλά οι νεκροί μπορούσαν, πί­νοντας αίμα ζώων, να ξαναβρίσκουν τη συνείδησή τους και την ικανότητά τους να μιλούν και πάλι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Πρόσφατα σχόλια

  • Ευδοκία Παργινου στο Χριστουγεννιάτικο καράβι
  • τσενεκλιδης ιωάννης στο Πιπεριά
  • Ευάγγελος στο Σαν Σήμερα 2 Ιουνίου
  • Yiannis στο Γέροντας Αγγελος
  • ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ στο Γέροντας Αγγελος

Αναζήτηση

Ιστορικό

Θεσσαλονίκη Καιρός
©2026 Tseneklidis Photography | WordPress Θέμα από Superb WordPress Themes